19 Μαΐου 1919: Η καταραμένη ημέρα για τον Ποντιακό Ελληνισμό

Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι Τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους.

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Σαν σήμερα στις 19/5/1919, ο Μουσταφά Κεμάλ -μετέπειτα Ατατούρκ- επιβιβάστηκε στην Κερασούντα, θέτοντας σ’ εφαρμογή τη δεύτερη και σκληρότερη φάση της Γενοκτονίας, που είχαν ξεκινήσει μετά το 1914 οι Νεότουρκοι, ακολουθώντας το ίδιο σχέδιο εξόντωσης που υλοποίησαν νωρίτερα αφανίζοντας τους Αρμενίους.

Ένα μήνα αργότερα σε σύσκεψη στην Αμάσεια του Πόντου, ο Κεμάλ Μουσταφά και οι συνεργάτες του έθεσαν ως στόχο την οργάνωση ενός κινήματος. Σκοπός δεν ήταν η διατήρηση της πολυεθνικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που αποτελούσε πια παρελθόν. Ήταν η δημιουργία ενός νέου, τουρκικού εθνικού κράτους.

Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ όρισε αντιπρόσωπό του στην περιοχή του Πόντου, τον αιμοσταγή Τοπάλ Οσμάν. Ο τελευταίος είχε απεριόριστο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στον ελληνικό πληθυσμό. Ο Τοπάλ Οσμάν, θεωρείται ο μεγαλύτερος δήμιος των Ελλήνων του Πόντου. Αυτό, διότι είχε φρικτά εγκλήματα στο ενεργητικό του. Ο ίδιος φέρεται να είχε δηλώσει στον Μουσταφα Κεμάλ: «Mην ανησυχείτε καθόλου στρατηγέ μου. Όλους αυτούς τους Πόντιους Ρωμιούς θα τους περιποιηθώ έτσι. Θα πνιγούν όλοι τους μέσα στις σπηλιές, σαν τις γαϊδουρινές μέλισσες».

Με αναφορά του(28/11/1921) προς τον πρωθυπουργό της Γαλλίας Αριστίντ Μπριάν, ο Γάλλος Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη Πελλέ, αναφέρεται και στα εγκλήματα του Τοπάλ Οσμάν και των ανδρών του. «Οι Τούρκοι άρχισαν να καταπιέζουν τους χριστιανούς της Σαμψούντας. Ιδίως τα ελληνικά χωριά της περιφέρειας. Οι αντάρτες και οι Τούρκοι χωρικοί, όλοι εξοπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Όργανα της κυβέρνησης από πολύ καιρό, άρχισαν αν λεηλατούν και να καταπιέζουν τους χριστιανούς της Σαμψούντας. Ιδίως αυτούς των χωριών. Οι πιο πολλοί από τους χωρικούς σφάχτηκαν άγρια.

Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο σκοτεινή. Οι ένοπλοι αντάρτες του Τοπάλ Οσμάν, διέπρατταν μέρα με τη μέρα δολοφονίες δυστυχισμένων χωρικών. Όχι για τίποτε άλλο, πάρα μόνο για να ικανοποιήσουν τα ζωώδη ένστικτά τους (…) Ωθούμενοι από τα άγρια ένστικτά τους οδηγούσαν τις Ελληνίδες γυναίκες και δεσποινίδες και τις βίαζαν».

Γενοκτονία Ποντίων: Έκτακτα δικαστήρια

Το κλίμα τρομοκρατίας, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι πυρπολήσεις χωριών, οι δολοφονίες, οι βιασμοί κατά του ελληνικού στοιχείου του Πόντου, οδήγησαν γρήγορα στα περιβόητα «έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας» που αφάνισαν στις κρεμάλες της Αμάσειας, όλη την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού, σημάνοντας την αρχή του τέλους και την εκρίζωση χιλιάδων γηγενών Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες.

Οι διωγμοί και τα εγκλήματα των Τούρκων, οδήγησαν τους Έλληνες του Πόντου να πάρουν τα βουνά. Οργάνωσαν ένοπλα αντάρτικα σώματα κατά του οργανωμένου εχθρού. Σήμερα θεωρείται βέβαιο, πως εάν δεν υπήρχε η ένοπλη αντίσταση, ο αριθμός των θυμάτων θα ήταν ακόμη μεγαλύτερος.

Τις παραμονές του Α΄ Π.Π. οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα. Έως το 1923, και την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, υπολογίζονται σε 353.000 τα θύματα εκείνου του εγκλήματος. Θεωρείται η δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του 20ου αιώνα. Πρώτη είναι αυτή των Αρμενίων, την περίοδο του Α’ Π.Π, πάλι από στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με 1.5 εκ. νεκρούς.

Tο 1923, στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάνης, πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Σε αυτή περιλαμβάνονταν και οι χριστιανοί (ελληνόφωνοι ή μη) κάτοικοι του Πόντου. Όπως και αυτοί της υπόλοιπης Μικράς Ασίας.

Οι Πόντιοι που ήρθαν τότε στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Πολλοί κατέφυγαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο μερίδα του ποντιακού πληθυσμού, που προηγουμένως είχε αλλαξοπιστήσει και προσχωρήσει στο Ισλάμ -αναμεσά τους και οι λεγόμενοι «Κρυπτοχριστιανοί», εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής και παρέμειναν στους τόπους τους ως Τούρκοι.

Σφαγές, δολοφονίες, εξάντληση από έκθεση σε κακουχίες, βασανιστήρια, πείνα και δίψα, οι πορείες θανάτου στην έρημο, εν ψυχρώ δολοφονίες και εκτελέσεις, συνήθως βάρβαρες, απάνθρωπες, φρικαλέες, αποτελούν μόνο ένα κομμάτι των βαρβαροτήτων που συνέθεσαν τη μεθοδολογία για την εξαφάνιση του ελληνικού στοιχείου και των ελληνικών κοινοτήτων από τα νοτιαναοτολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, μιας αδιαμφισβήτητα επί τρεις χιλιετίες ελληνικής εθνολογικά, γλωσσολογικά, πολιτισμικά, κοινωνικά περιοχής.

Οι αριθμοί των ανθρώπινων απωλειών σοκάρουν. Άγνωστος ο αριθμός των νεκρών, εκτιμάται πως ξεπέρασε και τις 350.000, περίπου δηλαδή το μισό του ποντιακού ελληνισμού στην περιοχή, με το άλλο μισό που κατάφερε μέσα από απίστευτες βαναυσότητες να επιβιώσει αναγκαζόμενο να αφήσει τις πατρογονικές εστίες, να εξωθείται για να σωθεί στις σοβιετικές δημοκρατίες, στη δυτική Τουρκία με σκοπό ένα πέρασμα στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία, οπουδήποτε δηλαδή μπορούσαν για να γλυτώσουν από τα δολοφονικά τάγματα των νεότουρκων.

Άφησαν πίσω σπίτια, εκκλησίες, πολιτισμό. Μα κυρίως εικόνες, ήχους, γεύσεις. Ονόματα που ακόμη και η ανάγνωση τους, ακόμη και η εκφορά τους δημιουργεί ρίγη. Οχι μόνο σε όσους κατάγονται από εκεί, αλλά σε όλους τους Ελληνες που σιγά σιγά, μαθαίνουν για τη Γενοκτονία ενός σημαντικότατου κομματιού του Εθνους.
Απαλλαγμένοι από ιδεοληψίες και στείρες εμμονές, που αλλοιώνουν την ιστορία, αποχαρακτηρίζουν την πραγματικότητα και τις επαχθείς πράξεις και δεν βοηθούν στη διατήρηση, έστω, της συλλογικής, εθνολογικής μνήμης. Δεν έμεινε άλλωστε τίποτα άλλο, παρά αυτά ακριβώς τα ονόματα. Τραπεζούντα, Σαμψούντα. Κερασούντα. Μπάφρα.

Πατρίδες παππούδων και γιαγιάδων, μα και τόποι βαμμένοι στο αίμα από τα μαρτύρια που οι ίδιοι υπέστησαν. Πώς να μην αναδακριώνεις λοιπόν ακόμη και στο άκουσμα τους; Πώς να αγνοείς, έστω και αυτήν την μία μέρα που επιβάλλεται να θυμάσαι. Γενοκτονία Ποντίων σήμερα. Γενοκτονία Ελλήνων.

Την πατρίδαμ’ έχασα,
άκλαψα και πόνεσα.
Λύουμαι κι αρόθυμο, όι όι
ν’ ανασπάλω κι επορώ.

Μίαν κι άλλο `σην ζωή μ’
σο πεγάδι μ’ σην αυλή μ’ .
Νέροπον ας έπινα, όι όι
και τ’ ομμάτα μ’ έπλυνα.

Τά ταφία μ’ έχασα
ντ’ έθαψα κι ενέσπαλα.
Τ’ εμετέρτς αναστορώ, όι όι
και `ς σο ψυόπο μ’ κουβαλώ.

Εκκλησίας έρημα,
μοναστήρα ακάντηλα,
πόρτας και παράθυρα, όι όι
επέμναν ακρόνυχτα.

pentapostagma.gr

Πηγή: 19 Μαΐου 1919: Η καταραμένη ημέρα για τον Ποντιακό Ελληνισμό