Η Δημοκρατία στην Αρχαία Αθήνα

Κοινόν αγαθόν τουτ’ εστί χρηστός ευτυχών (Κοινό αγαθό είναι ο πολίτης ο χρηστός σαν ευτυχεί, Μένανδρος).

 
Η Ισχύς του Λαού αντανακλά την έννοια της Δημοκρατίας, όπως ορίστηκε από τον νομοθέτη και υλοποιήθηκε μέσω θεσμοθέτησης των αξιών, σε κάποια ιερή στιγμή της ιστορίας, όταν οι πολίτες αξιώθηκαν να κυβερνήσουν και να κυβερνηθούν με βάση την ισονομία. Τότε αποδείχθηκε πως μόνο η τήρηση της Τάξεως επιφέρει την ευνομία και πως η Τάξις είναι άρρηκτα δεμένη με τον ύψιστο Νόμο, ο οποίος βρίσκεται πάνω από κυβερνήσεις, κυβερνώντες, ιδιοτέλειες και δοσοληψίες.

Όταν όλοι οι Αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν ενεργά στη διακυβέρνηση της πόλης τους, ποτέ δεν λειτούργησαν σαν όχλος, καθώς εκ του ιδίου του συστήματος τούτο ήταν αδύνατον. Μέσω σοφής νομοθεσίας και σαφέστατης ακολουθίας αρμοδιοτήτων, κινήθηκαν και κυβέρνησαν σαν ολότητα ατόμων που συγκρούονται, λανθάνουν, επανορθώνουν, κρίνουν και κρίνονται, έχοντας πάντα την ευθύνη των λόγων και των πράξεών τους. Όμως τότε είχε υπάρξει ένας φλογερός πυρήνας διανόησης, ικανός να διδάξει, να θεσμοθετήσει και να υποβάλλει την άριστη μορφή διακυβέρνησης, μετουσιώνοντας την Ιδέα σε πράξη και την γνώμη σε Γνώση.

Μόνο εκείνοι που είχαν διαπράξει αξιόποινες πράξεις έμεναν εκτός διακυβέρνησης… Όμως, εκτός από τον φόνο και την ληστεία, ποιες άλλες πράξεις θεωρούντο αξιόποινες; Μήπως η αυθαιρεσία όπως επιβάλλεται σήμερα μέσα από νομοθετικά διατάγματα (ανάλογα των Βυζαντινών εδίκτων), ο ολοκληρωτισμός των ΜΜΕ, η έλλειψη ηθικών φραγμών, ο ύποπτος πλουτισμός, η ατιμωρησία, είναι πράξεις που οι πρόγονοί μας θα θεωρούσαν αξιόποινες;

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, ας θυμηθούμε τα βασικά μόνο, από τα στοιχεία που εδραίωσαν την Δημοκρατία, όταν ο λαός δεν ψήφιζε, αλλά κυβερνούσε:

Τα τρία κυριότερα σώματα εξουσίας στην Αρχαία Αθήνα ήταν:

Η Εκκλησία του Δήμου που αποτελείτο από Αθηναίους πολίτες όλων των τάξεων. Κάθε χρόνο εκληρώνοντο 6.000 πολίτες και η ισχύς της κλήρωσης ήταν για ένα έτος. Συνεπώς εκ περιτροπής όλοι οι Αθηναίοι αναλάμβαναν την ευθύνη για τις υποθέσεις της πόλης και της κοινωνίας τους καθώς εκπροσωπούσαν όλες τις τάξεις. Συμμετοχή στην Εκκλησία του Δήμου είχαν όλοι οι Αθηναίοι πολίτες που είχαν συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας τους, χωρίς όμως να έχουν δικαίωμα λόγου στις συνελεύσεις πριν γίνουν 30 ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής δεκαετίας αποκτούσαν την εμπειρία και την εξοικείωση των πολιτειακών θεμάτων και μόνο τότε κρίνοντο ικανοί να λάβουν τον λόγο! Κατά τη λήξη της μονοετούς θητείας τους, όλοι οι άρχοντες υποχρεούντο να δώσουν λεπτομερή αναφορά για κάθε σημαντική απόφαση, ενώπιον των λαϊκών δικαστηρίων, ήταν η λεγόμενη έφεσις.

Η Βουλή των Πεντακοσίων ήταν μία επιτροπή που επίσης κάλυπτε όλες τις τάξεις των πολιτών και διεχειρίζετο την εξουσία δια κλήρου. Αρμοδιότητά της ήταν να προετοιμάζει τις εργασίες των συνελεύσεων της Εκκλησίας του Δήμου.

Το Σώμα των Ηλιαστών που αποτελείτο από 1.500 μέλη και αναλάμβανε υποθέσεις σοβαρών παραβάσεων. Συνέγραφε τους Νόμους σε προσχέδιο που έφερε στη Βουλή των Πεντακοσίων και κατόπιν στην Εκκλησία του Δήμου για να ψηφιστεί.

Με βάση την αρχή της ισονομίας, η Πολιτεία στήριζε κι ενίσχυε την προσπάθεια κάθε πολίτη ν’ αυξήσει την περιουσία του. Μ’ αυτό τον τρόπο γινόταν ακόμη πιο χρήσιμος στην κοινωνία, καθώς ένα γενναίο ποσοστό του ιδιωτικού πλούτου έπρεπε να κατατίθεται στο δημόσιο ταμείο από το οποίο μισθοδοτούντο οι πτωχοί και οι πένητες. Εκείνοι με τη σειρά τους είχαν την υποχρέωση ν’ αποδίδουν υπηρεσίες για την καλή λειτουργία του δημόσιου ταμείου. Με αυτό τον τρόπο κάθε Αθηναίος υπηρετούσε την πόλη του κι ενδυνάμωνε την ιδιότητα του πολίτη, τόσο ο πλούσιος αποδεικνύοντας νόμιμα και ανεμπόδιστα την ικανότητά του, όσο και ο φτωχός που είχε τη δυνατότητα να ζει, φτωχικά έως μέτρια, χωρίς όμως να στερείται τίποτα από τα αναγκαία. Προϋπόθεση για όλους, φτωχούς και πλούσιους, ήταν η ενασχόληση με τα κοινά – μόνο η ενεργή συμμετοχή αξίωνε τον Αθηναίο ως πολίτη. Εξάλλου,η επιτιμία (κτήση πολιτικών δικαιωμάτων) ήταν η πραγματική ζωή, σε αντίθεση με την ατιμία, στέρηση αυτών που αποτελούσε τον ουσιαστικό θάνατο του πολίτη. Η φορολογία ήταν υποχρεωτική μόνον για όσους είχαν εισόδημα και σε ανιούσα κλίμακα, αυστηρά και μόνο.

Η ελευθερία σκέψης και λόγου ήταν πλήρης, όμως τιμωρείτο κάθε υπέρμετρη παρεκτροπή που απειλούσε να διασαλεύσει το θεμέλιο της πολιτείας, θέτοντας ευδιάκριτα το όριο ανάμεσα στην ελευθερία και την ασυδοσία.

Απαλλαγμένος από την ανασφάλεια της ανέχειας, ο πολίτης μπορούσε ν’ αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο μέσω της παιδείας που και αυτή ήταν δωρεάν για όλους ανεξαιρέτως. Πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να έχει ευδοκιμήσει η φιλοσοφική σκέψη και διδασκαλία του Σωκράτη, γιατί καμιά άλλη πολιτεία δεν θα του παρείχε την αξιοπρέπεια της διαβίωσης μέσα σε απολύτως ηθικά και έννομα πλαίσια, όπως η Αθήνα στην εποχή της ακμής της.

Αυτό είναι το ύψιστο επίτευγμα της ακμάζουσας Αθήνας, που ανέδειξε τον πολίτη σε κύριο του εαυτού του και στήριξε τηναξιοπρέπειά του ως προϋπόθεση πολιτισμού. Γινόντουσαν και τότε παρεκτροπές, αδικίες, ίντριγκες, εξαπατήσεις που έχουν καταγραφεί στην ιστορία κι άλλα πολλά που ίσως να μην έγιναν ποτέ γνωστά. Ας μην ξεχνάμε πως εκείνη την εποχή ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο… Όμως, η αδικία δεν ήταν ο κανόνας, ούτε η αυθαιρεσία ήταν αποδεκτή.

Η διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα ενυπάρχει στην έννοια της εξουσίας, ανάλογα με το ήθος της κάθε εποχής. Προφανώς τότε η εξ-ουσία πήγαζε εκ της ουσίας, γι’ αυτό στήριξε τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του, ως θεμέλιο της πόλης και της κοινωνίας, ενώ σήμερα πλανάται εκτός ουσίας, μετατρέποντας τον πολίτη σε υποζύγιο των δικών της αμαρτιών.

Εκτός ουσίας στρεφόμενη η σημερινή εξουσία, αρνείται να κατανοήσει πως «κοινό αγαθό είναι ο πολίτης ο χρηστός σαν ευτυχεί», γιατί λίγο την ενδιαφέρει ο πολίτης, ακόμη λιγότερο η ευτυχία του και το αγαθό δεν είναι πλέον κοινό. Όμως αγνοεί πως στο τέλος, ο Νόμος πάντα εφαρμόζεται με τρόπο σταθερό και αμετάβλητο, μέσω της Συμπαντικής Νομοτέλειας και κάπου εκεί κοντά βρίσκεται η Νέμεσις…

Νώνακρις